Ενα απολαυστικό κείμενο δημοσίευσε στην εφημερίδα «New York Times» η συγγραφέας και κωμικός Αλίσα Λυμπέρη (Alyssa Limperis) μέσα από το οποίο αποκαλύπτεται η παράδοση που διατηρεί μία μεταναστευτική οικογένεια Ελλήνων της Ανατολικής Ακτής και της κόρης που κάνει καριέρα στη Δυτική Ακτή.
«364 μέρες το χρόνο είμαι ένα ανεξάρτητο άτομο. Μετά πηγαίνω στο σπίτι να επισκεφτώ την ελληνική οικογένειά μου τα Χριστούγεννα», γράφει στο κείμενό της που δημοσιεύτηκε στη σελίδα με τις απόψεις.
Με τα δικά της λόγια η κ. Λυμπέρη γράφει ότι μετακόμισε από το σπίτι των γονιών της στα 18 της χρόνια. Αρχικά για το κολέγιο και μετά κάθε χρόνο μεγάλωνε, βάζοντας και από ένα λιθαράκι ανεξαρτησίας στη ζωή της, όπως είχαν κάνει και οι γονείς της πριν από αυτήν.
«Σίγουρα, κάποιοι μπορεί να συγκρίνουν τη δική μου ζωή στην ηλικία των περασμένων είκοσι, με αυτή των γονιών μου και να μου πουν ‘στην ηλικία σου, οι γονείς σου είχαν δύο παιδιά, συνταξιοδοτική κάλυψη και ένα σπίτι και εσύ ζεις σε μία μετακινούμενη ντουλάπα’, αλλά νομίζω ότι όλοι ξέρουμε το παλιό ρητό: ‘Εάν δεν μπορείς να αγγίξεις κάθε τοίχο του δωματίου σου ενώ είσαι ξαπλωμένη, τότε ξοδεύεις πολλά για ενοίκιο!..’.
»Μόλις χτυπάω την πόρτα και ακούω τον παραδοσιακό χαιρετισμό ‘είναι εδωωωωώ’ με άνεση και χωρίς καμία προσπάθεια, αυτόματα γίνομαι παιδί ξανά. Είναι το μαγικό τελετουργικό των Χριστουγέννων.
»Ολοι αγκαλιαζόμαστε και φωνάζουμε μέχρι να ξεναγηθώ στο σπίτι (που μεγάλωσα). Ενώ όλα φαίνονται ανέγγιχτα από το 1998, η μαμά μου διευκρινίζει ότι ‘αυτό το συρτάρι είναι μόνο για πετσέτες χειρός τώρα’ και ‘η καρέκλα μετακινήθηκε για να κάνει χώρο για το δέντρο’ …».
Στη συνέχεια, η Αλίσα αναφέρει τα πολλά δώρα που δίνονται και για το δείπνο που μαζεύονται παππούδες θειάδες, θείοι και ξαδέλφια. Και την ώρα του γλυκού; Τότε έρχονται οι γείτονες, ο οφθαλμολόγος της, ένας συνταξιούχος υδραυλικός, δύο αδέσποτα σκυλιά, ένας φοιτητής από τη Σουηδία που είναι σε πρόγραμμα ανταλλαγής, μία γυναίκα, η Κάρλα, που η μαμά της ορκίζεται ότι την ξέρει και ολόκληρο το ενοριακό συμβούλιο…
Η μάνα της ως γνήσια Ελληνίδα «πανικοβάλλεται ότι δεν υπάρχει αρκετό φαγητό» και πως μετά το τραπέζι όλα τα παιδιά (ενήλικοι 20 και 30 χρόνων) πάνε στο υπόγειο να παίξουν και οι γονείς μένουν γύρω από το δέντρο και αναρωτιούνται γιατί δεν άναψαν τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια των γειτόνων.
Είναι ώρα να φύγει, όμως, να προλάβει το αεροπλάνο και η μητέρα της τής δίνει τα ρούχα της πλυμένα και σιδερωμένα. «Πότε το έκανε; Αλλά ένας μάγος ποτέ δεν αποκαλύπτει τα κόλπα του».
Και καταλήγει: «Αυτή τη χρονιά όμως για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν πάω σπίτι.
«Ζω στη Δυτική Ακτή, και αυτοί στην Ανατολική και ήμουν εκεί την Ημέρα των Ευχαριστιών. Ακόμη δεν έχω χωνέψει. Πέρα από αυτό τα ανοικτά εμπορικά κέντρα του Λος Αντζελες έχουν ψεύτικο χιόνι και υπάρχει και ένα Dunkin’ Donuts, που βασικά είναι σαν να βρίσκομαι στη Μασαχουσέτη. Ξέρω ότι θα είναι σκληρό για την οικογένειά μου. Κι ενώ είμαι λυπημένη, αισθάνομαι απίστευτα άνετα επειδή ξέρω τουλάχιστον ότι η Κάρλα θα είναι εκεί παρούσα».





