Η αμερικανική εφημερίδα «The Salt Lake Tribune» της Γιούτα αφιέρωσε εκτενές δημοσίευμα στην Ελληνορθόδοξη Κοινότητα Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην πόλη Price της Γιούτα με αφορμή τη συμπλήρωση εκατονταετίας από της ιδρύσεώς της.
Το δημοσίευμα αναφέρεται στην ιστορία της έλευσης των πρωτοπόρων Ελλήνων μεταναστών στην περιοχή και στο ξεκίνημα της κοινότητας. Αναγράφεται χαρακτηριστικά στο δημοσίευμα πως πρώτοι αφίχθησαν οι άνδρες αναζητώντας εργασία στα ανθρακωρυχεία της κομητείας Carbon. Στη συνέχεια, ακολούθησαν οι γυναίκες τους, στήνοντας τα νοικοκυριά και τις παραδόσεις τους από την Ελλάδα, αφιερώνοντας χρόνο συνομιλώντας στη μητρική τους γλώσσα με τους καταστηματάρχες που είχαν τα καταστήματα τους επί της οδού Main Street. Πολύ σύντομα μικρά παιδιά άρχισαν να πηγαίνουν στο απογευματινό ελληνικό σχολείο, καθώς επίσης και στο Κατηχητικό ντυμένα με τις μπλε και άσπρες στολές τους.
Στο δημοσίευμα τονίζεται ότι στην αρχή του 20ού αιώνα, αυτοί οι «μεταφυτευμένοι» μετανάστες δημιούργησαν μία ολοζώντανη Ελληνική Κοινότητα στην πολιτεία της Γιούτα, ενώ η Κοίμηση της Θεοτόκου βρισκόταν στο επίκεντρο της κοινότητας.
Ο δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Γιούτα κ. Ντίνος Χειμώνας δήλωσε στην εφημερίδα «The Salt Lake Tribune» πως «φοίτησα εκεί στο Ελληνικό και Κατηχητικό Σχολείο, υπηρέτησα σαν ιεροπαίδι επί πολλά χρόνια και γιόρτασα πολλές βαπτίσεις, γάμους και ελληνικές γιορτές στο κοινοτικό της κέντρο» και συμπλήρωσε πως «δεν είναι υπερβολή να σας πω ότι η εκκλησία ήταν και παραμένει ένα στοιχείο κλειδί στη ζωή μου».
Τώρα ο δικαστής εδρεύει στο Σολτ Λέικ Σίτι και προγραμματίζει να συμμετάσχει με άλλους τριακόσιους πρώην ενορίτες από τη Φλόριδα μέχρι την Καλιφόρνια στους τριήμερους εορτασμούς της εκατοστής επετείου της κοινότητας. Των εορτασμών θα προστεί ο Μητροπολίτης Ντένβερ κ. Ησαΐας, βοηθούμενος από ιερείς οι οποίοι έχουν υπηρετήσει κατά το παρελθόν στην κοινότητα.
Ο ιερός ναός της Κοιμήσεως είναι σημειωμένος ανάμεσα στα ιστορικά μνημεία της πόλης και ήταν ο 13ος Ελληνορθόδοξος Ναός ο οποίος οικοδομήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Επίσης, πιστεύεται πως είναι ο παλαιότερος Ελληνορθόδοξος Ναός ο οποίος είναι σε διαρκή χρήση δυτικά στην περιοχή του ποταμού Μισισιπή.
Κάποτε η κοινότητα ανθούσε πολύ. Συγκεκριμένα, όταν έγιναν τα εγκαίνια του ναού στις 15 Αυγούστου του 1916, η ελληνική παροικία απαριθμούσε 3.000 οικογένειες, σε σύγκριση με σήμερα που έχει μόνο 120 οικογένειες οι οποίες θεωρούν την Κοίμηση της Θεοτόκου ως τον πνευματικό τους οίκο.
Οι εξορύξεις στα ανθρακωρυχεία επηρέασαν αρχικά τους Ελληνες άνδρες. Μερικοί έφυγαν και έγιναν βοσκοί και κηπουροί, είπε ο επί μακρά σειρά ετών κάτοικος της πόλης Price, κ. Τέρη Μπικάκης. Τόνισε πως «άλλοι άνοιξαν τα δικά τους εστιατόρια, ενώ άλλοι έγιναν έμποροι και επιχειρηματίες. Οι εξορύξεις στα ανθρακωρυχεία ήταν έναν σκληρό και επικίνδυνο επάγγελμα, γι’ αυτό οι γονείς ενθάρρυναν τα παιδιά τους να μορφωθούν στα πανεπιστήμια προκειμένου να μπορέσουν να αποκτήσουν άλλα επαγγέλματα και να έχουν μία καλύτερη ζωή από εκείνη που είχαν οι γονείς τους».
Ο κ. Μπικάκης απόκτησε την ταυτότητά τους από τη συμμετοχή του στην κοινότητα και την εκκλησία. Σ’ αυτή τη μικρή κεντροανατολική πόλη της Γιούτα οι Ελληνορθόδοξοι συνυπήρχαν με όλες τις ομολογίες συμπεριλαμβανομένων των Μορμόνων οι οποίοι είναι η πλειοψηφία, καθώς επίσης και με τους Ρωμαιοκαθολικούς, τους Επισκοπελιανούς, του Βαπτιστές, τους Πιστούς της Εβδόμης ημέρας, αλλά και με εκείνους τους Χριστιανούς, οι οποίοι δεν ανήκουν σε καμία ειδική Δικαιοδοσία.
Στο δημοσίευμα αναγράφεται πως όταν έγινε η έκρηξη στο ανθρακωρυχείο Castle Gate το 1924, 50 άνδρες από τους 172 που σκοτώθηκαν ήταν Ελληνες. Τόσο μεγάλος ήταν ο καημός και η επίπτωση που είχε ο θάνατος των 50 ανθρώπων που οι ομαδικές Νεκρώσιμες Ακολουθίες έγιναν σε μεγάλο δημόσιο κέντρο και έκλαψε ολόκληρη η πόλη.
Ο κ. Τέρη Μπικάκης είπε ότι «οι Ελληνες ήταν πολλοί ενωμένοι μεταξύ τους. Οταν έρχονταν ελληνικές παρέες έμεναν μαζί μας και όποτε πηγαίναμε σε άλλα μέρη όπως στο Βέγκας μας έπαιρναν στα σπίτια τους».
Ο κ. Μπικάκης ο οποίος ήταν ιεροπαίδι ανέφερε ότι ο πατέρας του μαζί με έναν ιερέα ξεκίνησαν το πρώτο ελληνικό φεστιβάλ της περιοχής, το οποίο ήταν στα χνάρια του φεστιβάλ στο Σολτ Λέικ Σίτι. Από τότε κάθε χρόνο τον Ιούλιο η κοινότητα έχει το δικό της ελληνικό πανηγύρι.
Η κυρία Πένυ Σαμπίνου, η οποία είναι επίσης κάτοικος στην πόλη Price επί μακρά σειρά ετών περιέγραψε την αίσθηση της διπλής υπηκοότητας. Είπε ότι «ήμασταν Αμερικανοί πατριώτες, αλλά νομίζαμε ότι ήμασταν και Ελληνες. Αισθανόμασταν αφοσίωση για μία χώρα στην οποία δεν είχαμε πάει ποτέ». Τονίζεται ότι η κυρία Σαμπίνου ήταν η πρώτη γυναίκα που υπηρέτησε το 1971 ως μέλος του κοινοτικού συμβουλίου της κοινότητας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, καθότι ποτέ στο παρελθόν γυναίκα δεν είχε εκλεγεί στο συμβούλιο.
Η κυρία Πάμελα Κανδάρη θυμάται την πόλη Price ως τόπο οικογένειας. Ανέφερε πως «όλοι οι άλλοι Ελληνες ήταν νονά, θείος, θεία, παππούς και γιαγιά» και συμπλήρωσε πως «ανέθρεψα τα παιδιά με τον ίδιο τρόπο επίσης». Ενώ η μητέρα της εργαζόταν, η κυρία Κανδάρη περνούσε πολύ χρόνο με τους μετανάστες γιαγιά και παππού, οι οποίοι έμεναν στον απέναντι δρόμο από την εκκλησία».