Ο ομογενής δήμαρχος της πόλης Ρότλαντ του Βερμόντ κ. Χρήστος Λούρας έχει βρεθεί αντιμέτωπος με ομάδα δημοτών του οι οποίοι αντιδρούν στα σχέδιά του να δεχθεί στην πόλη εκατό πρόσφυγες από τη Συρία, σύμφωνα με εκτενές δημοσίευμα της τοπικής αμερικανικής εφημερίδας «Seven Days».
Η μικρή αυτή πόλη του Βερμόντ η οποία σήμερα έχει πληθυσμό 16.500 και σύμφωνα με την στατιστική υπηρεσία από το 1970 και μετά συνεχώς μειώνεται ενώ μέχρι το 2030 θα έχει φτάσει στις 14.800 χωρίς να διαφαίνεται στον μελλοντικό ορίζοντα αντιστροφή της απομείωσής της, έχει ανάγκη τόσο από αύξηση του πληθυσμού της, όσο και από εργατικά χέρια, ισχυρίζεται ο κ. Λούρας.
Από την άλλη μεριά, στην πρόσφατη γενική συνάθροιση της πόλης που έγινε στο Κέντρο Godnick Adult Center 120 και πλέον δημότες εξέφρασαν έντονα την αντίθεσή τους, ενώ η άρνηση φαίνεται να γενικεύεται ευρύτερα στην πόλη καθότι επικαλούνται φόβους ότι οι μετανάστες θα κομίσουν ερχόμενοι μεταδιδόμενες ασθένειες. Ενας δημότης μάλιστα ρώτησε πώς η πόλη του Ρότλαντ θα χειριστεί το θέμα της Σαρία, δηλαδή του Μουσουλμανικού νόμου.
Παρών στην συνάθροιση των ενιστάμενων κατοίκων ήταν και ο δήμαρχος κ. Χρήστος Λούρας ο οποίος στεκόταν σιωπηλός και αμίλητος στο πίσω μέρος της αίθουσας με την σύζυγό του και τον μικρό τους γιο. Αν και απέφευγε να μιλήσει ωστόσο δεν κρυβόταν. Ο κ. Λούρας, 55 ετών, είναι γέννημα και θρέμμα της πόλης Ρότλαντ στην οποία ηγείται κατά την τελευταία δεκαετία. Ολοι που ήταν παρόντες στην αίθουσα γνώριζαν ποιος είναι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είχαν καταλάβει γιατί ο κ. Λούρας θα διακινδύνευε την φήμη του και πιθανόν τη θέση του για το θέμα της έλευσης μεταναστών στην πόλη του.
Η θέση του κ. Λούρα είναι γνωστή σε όλους από προηγούμενες συγκεντρώσεις και από δηλώσεις τους στο Τύπο πως «η έλευση προσφύγων ο Ρότλαντ είναι μία ανθρωπιστική πράξη, αλλά ταυτόχρονα εξυπηρετεί και τα συμφέροντα της ίδιας της πόλης, η οποία έχει υποφέρει επί μακρό χρονικό διάστημα από το στέγνωμα της οικονομίας της και τη μείωση του πληθυσμού της καθότι δεν έχει σταθεί δυνατόν να προσελκύσει νέες οικογένειες που χρειάζεται για να αναπτυχτεί».
Ο κ. Λούρας είπε ακόμα πως «το Ρότλαντ προσεγγίζει τα προβλήματα και έχει καλυτερεύσει η πόλη κι αυτό είναι το λογικό μας βήμα που πρέπει να κάνουμε για να αγκαλιάσουμε νέους Αμερικανούς και τα απολαύσουμε τα οικονομικά και πολιτιστικά ευεργετήματα που θα παράσχουν. Δεν υπάρχει επιτυχημένη, ζωντανά και αναπτυσσόμενη κοινότητα στη χώρα η οποία δεν έχει αγκαλιάσει καινούργιους Αμερικανούς».
Οι αντιτιθέμενοι ισχυρίζονται ότι ο δήμαρχος προχωρεί και αποφασίζει από μόνος του χωρίς να συμβουλεύεται και τους άλλους, είπε ο δημοτικός σύμβουλος Ντέιβιντ Αλέρε, ο οποίος σε συνέντευξή του τόνισε πως «ο δήμαρχος πρέπει να κάνει ακριβή το αντίθετο» και συμπλήρωσε «όχι απλώς να το φέρνει το θέμα μπροστά μας και να μας λέγει πως εγώ ξέρω καλύτερα, αυτό είναι».
Οταν η δημοτική σύμβουλος Σάρον Ντέιβις επιτέθηκε στον κ. Λούρα, οι συγκεντρωθέντες ξέσπασαν σε χειροκροτήματα, αλλά ο κ. Λούρας διατηρώντας την ψυχραιμία του διαβεβαίωσε τον παρευρισκόμενο δημοσιογράφο πως «δεν είναι κάτι που δεν έχω ακούσει πριν».
Ο δήμαρχος κ. Λούρας διαθέτει μία αναπτυγμένη ευαισθησία για τους πρόσφυγες λόγω των ελληνικών του καταβολών. Γεννήθηκε και μεγάλωσε από ελληνική οικογένεια μόλις τρία τετράγωνα μακριά από το Δημαρχείο. Ο παππούς εκ πατρός του, ο Νικόλαος, ήταν ανάμεσα στους πρωτοπόρους μετανάστες και μετανάστευσε από το την Ελλάδα το 1906 για να γλυτώσει από τους Τούρκους.
Πήγε στο Βερμόντ αναζητώντας όλα όσα αναζητούν σήμερα οι Σύριοι πρόσφυγες και συγκεκριμένα: δικαιοσύνη, θρησκευτική ελευθερία, ασφάλεια και εργασία. Ο γιος του Νικολάου, ο Κωνσταντίνος, κατόρθωσε να αγοράσει την επιχείρηση φαγώσιμων ειδών στην οποία εργαζόταν. Σήμερα στην ηλικία των 91 ετών εξακολουθεί να εργάζεται καθημερινώς στο Sam Frank Distributors στη κέντρο της πόλης του Ρώτλαντ ενώ συνάμα είναι και ο ιδιοκτήτης καπνοπωλείου στη διεύθυνση 15 Center Street.
Ο γιος του ο Χρήστος, ο οποίος είναι ο νεότερος από τα τρία παιδιά του Κωνσταντίνου και της Ρουθ, αφού τελείωσε το Λύκειο, σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Βερμόντ. Λόγω έλλειψης θέσεων εργασίας πήγε στο στρατό και έγινε χειριστής πιλότων ελικοπτέρων Σινούκ. Εργάσθηκε στις στρατιωτικές βάσεις στο Τέξας, Αλαμπάμα και Κεντάκι και το 1991 με τον πόλεμο στου Κόλπου πήγε στη Σαουδική Αραβία μεταφέροντας στρατιωτικό υλικό στο Ιράκ και βγάζοντας αιχμαλώτους πολέμου έξω από το Ιράκ. Το 1995 έφυγε από το στρατό και επέστρεψε στο Ρότλαντ όπου εκλέχτηκε δήμαρχος.
Πηγή: Εθνικός Κήρυκας
